Η πορεία της Ελλάδας προς τη γη της Ιωνίας

mail Home Page

Μικρασιατική Εκστρατεία 1919-1922



Το παρόν κεφάλαιο αναφέρεται πολύ συνοπτικά στα της εισόδου της Ελλάδας στο 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο, στις ειδικές συνθήκες κάτω από τις οποίες συμμετείχε ο Ελληνικός Στρατός στις επιχειρήσεις του Μακεδονικού Μετώπου, στη διάσκεψη ειρήνης των Παρισίων, στις εδαφικές διεκδικήσεις στη Βαλκανική, στο Αιγαίο και στη Μικρά Ασία που επεδίωξε να επιτύχει η Ελλάδα στο Συνέδριο Ειρήνης και στις συνθήκες κάτω από τις οποίες λήφθηκε η απόφαση για την αποστολή του Ελληνικού Στρατού στη Σμύρνη.

 

 

Η Ελλάδα στο 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο

Η έναρξη του 1ου Παγκόσμιου Πολέμου στις 28 Ιουλίου 1914 (ν.ημ.) βρήκε την Ελλάδα να ανακάμπτει από τη δωδεκάμηνη προσπάθεια των Βαλκανικών πολέμων, να αγωνίζεται να ενσωματώσει στο εθνικό κορμό τις «νέες χώρες» που προστέθηκαν στο Ελληνικό Βασίλειο και να αναδιοργανώνει το Στρατό της προκειμένου αυτός να ανταποκριθεί στις ανάγκες ασφάλειας που προέκυψαν από την επέκτασή της χώρας στη Μακεδονία και την Ήπειρο. Οι διαφορετικές όμως απόψεις που εμφανίστηκαν στη συνέχεια ανάμεσα στο πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο και το βασιλιά Κωνσταντίνο, αναφορικά με το ζήτημα της συμμετοχής της Ελλάδας στο πόλεμο στο πλευρό των κρατών της Αντάντ[1] που υποστήριζε ο πρώτος, ή την τήρηση ουδετερότητας που υποστήριζε ο δεύτερος, οδήγησε τελικά σε πλήρη ρήξη και σύγκρουση τους δύο ανώτατους πολιτειακούς παράγοντες, στον ολέθριο εθνικό διχασμό, στην επικράτηση καχυποψίας και εχθρότητας στις σχέσεις της Ελλάδας με τις Δυνάμεις της Αντάντ, στη κατάληψη περιοχών της χώρας από όλα τα εμπόλεμα έθνη, στη διάσπαση του εθνικού κράτους, στο σχηματισμό από το Βενιζέλο της «Προσωρινής Κυβέρνησης» της Θεσσαλονίκης [26 Σεπτεμβρίου 1916 (π.ημ)] που κήρυξε το πόλεμο εναντίον της Γερμανίας και της Βουλγαρίας, στη συγκρότηση του Στρατού της Εθνικής Άμυνας, στη στρατιωτική επέμβαση των συμμάχων στα εσωτερικά ζητήματα της χώρας, στην έξωση του βασιλιά Κωνσταντίνου και τελικά στο σχηματισμό κυβέρνησης από το Βενιζέλο [στις 11 Ιουνίου 1917] που ενοποίησε το κράτος και το τοποθέτησε στο πλευρό των κρατών της Αντάντ, κηρύσσοντας το πόλεμο εναντίον των Κεντρικών Δυνάμεων.

1918. Ο Βενιζέλος σε επιθεώρηση ελληνικού στρατιωτικού τμήματος στη Μακεδόνια.

Όμως τα όλως εξαιρετικά τραγικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στην Ελλάδα τη περίοδο 1915-1917, δίχασαν το έθνος, όξυναν τα πολιτικά πάθη και έτσι η χώρα οδηγήθηκε στο πόλεμο ψυχικά διαιρεμένη και χωρίς τη πνοή της εθνικής ομοψυχίας των Βαλκανικών πολέμων. Η νέα κυβέρνηση ξεκίνησε αμέσως την αναδιοργάνωση του Στρατού με τελικό στόχο να παρατάξει δίπλα στις 3 Μεραρχίες του Στρατού Εθνικής Άμυνας (Αρχιπελάγους, Σερρών και Κρήτης) που βρίσκονταν στο Μακεδονικό Μέτωπο, έξι ακόμη, η δε συνολική δύναμη του Ελληνικού Στρατού να ανέλθει στις 300.000 άνδρες. Λόγω όμως της αντίθεσης του λαού στο πόλεμο, η επιστράτευση ξεκίνησε τμηματικά από περιοχές φιλικές προς τη πολιτική Βενιζέλου και από τις νεώτερες κλάσεις του 1916 και 1917 και προχώρησε με εξαιρετικά αργούς ρυθμούς εξ αιτίας: 1) Της καθυστερημένης άφιξης από τη Μ. Βρετανία και τη Γαλλία των απαιτούμενων υλικών για τη συγκρότηση των μονάδων. 2) Των ανυποταξιών, λιποταξιών και στασιαστικών ενεργειών που παρατηρήθηκαν σε διάφορες μονάδες και περιοχές, ως αντίδραση στη συμμετοχή της Ελλάδας στο πόλεμο. Μέχρι και τον Απρίλιο του 1918 είχαν επιστρατευθεί οι Ι, ΙΙ, και ΧΙΙΙ Μεραρχίες του Α’ Σ.Σ. και η ΙΧ Μεραρχία των Ιωαννίνων. Ακολούθησε η επιστράτευση των ΙΙΙ, IV και XIV Μεραρχιών του Β’ Σ.Σ. στη Πελοπόννησο, με αποτέλεσμα τον Αύγουστο του 1918 η Ελλάδα να παρατάξει στο Μακεδονικό Μέτωπο 10 Μεραρχίες.

Οι εξαιρετικές όμως περιστάσεις κάτω από τις οποίες εισήλθε η Ελλάδα στο πόλεμο και οι δυσμενείς συνθήκες υπό τις οποίες διεξήχθη η επιστράτευση και η κινητοποίηση του Ελληνικού Στρατού, επέβαλαν σημαντικούς περιορισμούς στη χρησιμοποίηση του Ελληνικού Στρατού στις επιχειρήσεις. Σε γενικές γραμμές την επιχειρησιακή διοίκηση των Ελληνικών δυνάμεων την ασκούσαν μέχρι και αυτό ακόμη το επίπεδο του Συντάγματος, Βρετανοί και Γάλλοι στρατάρχες-σωματάρχες-μέραρχοι, τη δε διοικητική διοίκηση την ασκούσε η Γαλλική στρατιωτική αποστολή, της οποίας ο αρχηγός είχε τα καθήκοντα του Αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Στρατού. Κατά τις τελικές επιχειρήσεις για τη διάσπαση του Μακεδονικού Μετώπου στη περιοχή Ντομπροπόλιε-Βετερνίκ του όρους Βόρας, οι Ελληνικές Μεραρχίες χρησιμοποιήθηκαν σε δευτερεύουσες κατευθύνσεις στις περιοχές της Δοϊράνης, της κοιλάδας του Στρυμόνα και της Φλώρινας.

Η συμμετοχή όμως της Ελλάδας στο Μακεδονικό Μέτωπο, προσέδωσε την αναγκαία ισχύ στη Συμμαχική Στρατιά της Μακεδονίας, που της επέτρεψε να διασπάσει τη Βουλγαρική αμυντική τοποθεσία και να εξαναγκάσει τη Βουλγαρία σε συνθηκολόγηση, η οποία και υπεγράφη στη Θεσσαλονίκη στις 16 Σεπτεμβρίου 1918 (π.ημ.).

Συμπερασματικά: Η κατάσταση που επικράτησε στην Ελλάδα τη περίοδο 1914 – 1917, έβλαψε πολλαπλά τα συμφέροντά της χώρας. Το έθνος διχάστηκε. Η καχυποψία και η έλλειψη εμπιστοσύνης εκ μέρους των Συμμάχων προς τις Ελληνικές βασιλικές κυβερνήσεις και τον Ελληνικό Στρατό σημάδεψαν βαθειά τη μετέπειτα πορεία του κράτους. Οι προκαταλήψεις και οι εχθρικές διαθέσεις έναντι της Ελλάδας παρέμειναν στους πολιτικούς κύκλους και στη κοινή γνώμη πολλών εκ των συμμάχων, για να έρθουν και πάλι στην επιφάνεια στο πολύ σύντομο μέλλον. Ο Ελληνικός στρατός στερήθηκε της γνώσης και της εμπειρίας από την εξέλιξη της πολεμικής τέχνης που έφερε ο Μεγάλος πόλεμος και ως εκ τούτου δεν αποτέλεσε το στρατιωτικό πρωταγωνιστή του Μακεδονικού Μετώπου, παρ’ όλο που οι επιχειρήσεις διεξήχθησαν στο Ελληνικό έδαφος. Ένας μεγάλος αριθμός αξιωματικών εχθρικός προς τη πολιτική Βενιζέλου αποτάχθηκε, με αποτέλεσμα όταν αργότερα θα επανέλθουν στην ενεργό υπηρεσία, να έχουν παραμείνει με τις γνώσεις και την εμπειρία που είχαν αποκομίσει κατά τους Βαλκανικούς πολέμους.

Παρ’ όλα τα παραπάνω, στο τέλος του Μεγάλου η Ελλάδα βρισκόταν στο στρατόπεδο των νικητών και προσδοκούσε την εθνική της ολοκλήρωση και την ενσωμάτωση στον εθνικό κορμό περιοχών που ανήκαν στη Βουλγαρία και στην Οθωμανική αυτοκρατορία, αλλά κατοικούνταν από συμπαγείς Ελληνικούς πληθυσμούς.

 

Η διάσκεψη της Ειρήνης των Παρισίων

Οι ηγέτες των Συμμάχων στη Συνδιάσκεψη των Παρισίων:
Βιττόριο Ορλάντο, Ντέιβιντ Λόυντ Τζώρτζ και Γούντροου Γουίλσον

Ο πρώτος Παγκόσμιος πόλεμος ουσιαστικά τελείωσε με τη σύναψη ανακωχής μεταξύ των Δυτικών Συμμάχων και της Γερμανίας στις 29 Οκτωβρίου 1918. Είχε προηγηθεί η σύναψη ανακωχής με την Οθωμανική αυτοκρατορία στο Μούδρο της Λήμνου στις 18 Οκτωβρίου και με τη Αυστροουγγαρία στις 21 Οκτωβρίου.

Αμέσως μετά την ανακωχή άρχισαν να συρρέουν στο Παρίσι αντιπροσωπείες των νικητών αλλά και άλλων εθνών, με τη προσδοκία να κερδίσουν όσο το δυνατόν περισσότερα από τις συνθήκες ειρήνης που θα συνομολογούνταν όπως εδάφη, ζώνες επιρροής, ή την εθνική τους αποκατάσταση σε κυρίαρχα κράτη.

Βάση για το καταρτισμό των συνθηκών θα αποτελούσαν τα Δεκατέσσερα Σημεία[2] του προέδρου των ΗΠΑ Γούντροου Γουίλσον, ορισμένα εκ των οποίων αντανακλούσαν τα αιτήματα διαφόρων εθνών για αυτοδιάθεση. Την Ελλάδα την επηρρέαζαν τα υπ’ αριθμό 11 και 12, δια των οποίων καθοριζόταν η εδαφική ακεραιότητα των Βαλκανικών κρατών και η αυτόνομη κρατική υπόσταση των λαών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας αλλά και η κυριαρχία της Τουρκίας στις δικές της περιοχές.

Ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος βρέθηκε στις Ευρωπαϊκές πρωτεύουσες (κυρίως στο Λονδίνο) από τον Οκτώβριο του 1919 και αποδύθηκε σε ένα πολύπλευρο αγώνα (διπλωματικό, προπαγάνδας, πειθούς, γοητείας, μετριοπάθειας, δημοσίων σχέσεων κλπ) προκειμένου να προωθήσει την ικανοποίηση των Ελληνικών ζητημάτων. Είναι η περίοδος των μεγάλων στιγμών του Βενιζέλου. Εκθέτει με υπόμνημα που στέλνει στο πρωθυπουργό της Βρετανίας Λόϋντ Τζωρτζ τις απόψεις του αναφορικά με το διαμελισμό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και τη προσάρτηση της Δυτικής Μικράς Ασίας στην Ελλάδα. Τη 30η Δεκεμβρίου 1918 η Ελληνική αντιπροσωπεία υποβάλει υπόμνημα στη Συνδιάσκεψη της Ειρήνης, δια του οποίου παρουσίαζε αναλυτικά τα Ελληνικά ζητήματα και διεκδικήσεις. Αν και ο σκοπός του παρόντος κειμένου δεν είναι η αναφορά στα των διαπραγματεύσεων που αφορούσαν τα Ελληνικά ενδιαφέροντα, παρά ταύτα αξίζει να μελετηθεί η συγκεκριμένη περίοδος προκειμένου να γίνει αντιληπτό το μέγεθος της προσωπικότητάς του Ελευθερίου Βενιζέλου και της αποδοχής που απολάμβανε στο εξωτερικό.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος

«Δεν μπορώ να σου περιγράψω το κύρος που έχει εδώ ο Βενιζέλος!» έγραφε ο Χάρολντ Νίκολσον [3] στον πατέρα του. «Αυτός και ο Λένιν είναι οι μόνες πραγματικά μεγάλες φυσιογνωμίες της Ευρώπης. Η ομιλία του ήταν ένα περίεργο κράμα από γοητεία, ληστρικό πνεύμα, πολιτική διεθνούς εμβέλειας, πατριωτισμό, θάρρος, φιλολογία – μα πάνω από όλα, ήταν αυτός ο ίδιος, αυτός ο μεγαλόσωμος, γεροδεμένος, χαμογελαστός άνδρας, με μάτια που άστραφταν πίσω από τα γυαλιά του και με ένα τετράγωνο σκούφο από μαύρο μεταξωτό ύφασμα στο κεφάλι»

Στις 3 και 4 Φεβρουαρίου 1919, ο Βενιζέλος παρουσιάστηκε στο Συμβούλιο των Δέκα[4] για να εξηγήσει τις Ελληνικές θέσεις. Είχε γράψει ο ίδιος το κείμενο της επίσημης έκθεσης με τίτλο «η Ελλάς ενώπιον του Συνεδρίου της Ειρήνης». Με επαρκή επιχειρήματα που στηρίζονταν στην ιστορία το πολιτισμό και την εθνολογική σύσταση των διεκδικούμενων περιοχών, διεκδικούσε τα νησιά του Αιγαίου που είχαν παραμείνει στη Τουρκία καθώς και τα Δωδεκάνησα που βρίσκονταν υπό Ιταλική κατοχή. Διεκδικούσε ολόκληρη σχεδόν τη Βόρειο Ήπειρο, και ολόκληρη τη Δυτική και Ανατολική Θράκη. Δεν έθετε θέμα Κωνσταντινούπολης λόγω των ζωτικών διεθνών συμφερόντων που αντιπροσώπευε η πόλη, αλλά ούτε και θέμα Κύπρου για να μη θίξει τους Βρετανούς. Στη Δυτική Μικρά Ασία διεκδικούσε μια περιοχή που εκτείνονταν δυτικά μιας νοητής γραμμής που άρχιζε από τη Πάνορμο και τέλειωνε απέναντι από το Καστελόριζο. Για να παρακάμψει το δυσμενές για τις Ελληνικές διεκδικήσεις αριθμητικό ζήτημα της εθνολογικής σύστασης της δυτικής Μικράς Ασίας, συμπεριέλαβε στη περιοχή της διεκδικούμενης ζώνης και τα μεγάλα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου των οποίων ο πληθυσμός κατά 94% ήταν Ελληνικός. Επιχειρηματολόγησε ακόμη, ότι η δυτική Μικρά Ασία ιστορικά και γεωγραφικά ήταν διαφορετική από το υψίπεδο της Ανατολίας και από φυσικής και κλιματολογικής άποψης αποτελούσε τμήμα της λεκάνης του Αιγαίου, της γης της ελιάς και των αμπελιών!

Όμως τα συμφέροντα των συμμάχων Μεγάλων Δυνάμεων ήσαν τεράστια, συγκρούονταν μεταξύ τους, αλλά και προς τις διεκδικήσεις της Ελλάδας. Ακόμη στο διακανονισμό των Τουρκικών και Βαλκανικών ζητημάτων επεδίωκαν να εξασφαλίσουν πρωτίστως τα συμφέροντα τους και επιπλέον δεσμεύονταν από συμφωνίες και υποχρεώσεις που είχαν αναλάβει κατά τη διάρκεια του πολέμου, σχετικά με το διαμελισμό των εδαφών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας («Συνθήκη του Λονδίνου, της 26ης Απριλίου του 1915» [5], «Μυστική συμφωνία σερ Μάρκ Σάικς και Ζωρζ Πικό του 1916» [6], «Συμφωνία Αγίου Ιωάννου της Μωριέννης, Απρίλιος 1917» [7]).

 

Η Συμφωνία Σάικς-Πικό του 1916, υπομνηματισμένη. Φαίνονται τόσο οι περιοχές άμεσου ελέγχου όσο και οι περιοχές επιρροής που η Γαλλία
και η Βρετανία συμφώνησαν να κατοχυρώσουν μετά τη λήξη του πολέμου και τον διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

 

Μπορεί η Ελλάδα να βρισκόταν με το πλευρό των νικητών, αλλά ο δρόμος προς την εθνική της ολοκλήρωση δεν ήταν στρωμένος με ροδοπέταλα. Η χώρα εισήλθε στο πόλεμο καθυστερημένα και ύστερα από δυσάρεστα γεγονότα που προκάλεσαν δυσχέρειες στους συμμάχους. Τα υπ’ αριθμό 11 και 12 σημεία του προέδρου Γουίλσον δεν ευνοούσαν ιδιαίτερα τις διεκδικήσεις της Ελλάδας. Οι διεκδικούμενες από την Ελλάδα περιοχές βρίσκονταν μέσα στο χώρο των αντιτιθεμένων συμφερόντων των Μεγάλων Δυνάμεων. Η Ελλάδα ήταν ένα κράτος με μικρό ειδικό βάρος και με προβληματική οικονομία που μόλις πριν από οκτώ χρόνια είχε αποκτήσει στρατό που ικανοποιούσε τα ελάχιστα δεδομένα της εποχής για να «λαμβάνεται σοβαρά υπόψη», ώστε να μπορεί να στηρίξει τις εθνικές διεκδικήσεις. Βεβαίως η Ελλάδα διέθετε το Βενιζέλο, που μπορεί να ήταν ένα μεγάλο πολιτικό μέγεθος, όμως ο Βενιζέλος δεν ήταν η Ελλάδα. Ήταν μόνος και δεν υπήρχε κάποιος άλλος μετά από αυτόν. Ο Βενιζέλος δεν διστάζει να στείλει τον Ιανουάριο του 1919 δύο Μεραρχίες στην Ουκρανία για να αγωνιστούν στο πλευρό των Γάλλων εναντίον των Μπολσεβίκων, προκειμένου να πετύχει τη στήριξη του πρωθυπουργού της Γαλλίας Κλεμανσώ στις Ελληνικές διεκδικήσεις. Στη συνέχεια αγωνίζεται με κάθε τρόπο για να ανατρέψει αντιρρήσεις, εχθρικές θέσεις, προσωπικές απόψεις, να κλείσει μέτωπα, να προσεταιριστεί τους ισχυρούς, να απαλείψει καχυποψίες και να αντιπαλέψει μεγάλα συμφέροντα, διαφορετικές απόψεις και ριζωμένες προκαταλήψεις. Γράφει σχετικά ο Llewellyn Smith [8], στο βιβλίο του «Το Όραμα της Ιωνίας»:

«Ο αναπληρωτής υπουργός εξωτερικών της Βρετανίας λόρδος Κώρζον, δεν έχει καμιά συμπάθεια για τους Τούρκους, τους οποίους ήθελε να διώξει από τη Κωνσταντινούπολη και την Ευρώπη. Δεν συμπαθούσε όμως και τους Έλληνες για τους οποίους πίστευε ότι ήσαν ανίκανοι σε θέματα διοικητικά και διεφθαρμένοι».

«Ο Κλεμανσώ ήταν θαυμαστής της Ελληνικής αρχαιότητας, αλλά αισθανόταν περιφρόνηση για τους Νεοέλληνες που τους θεωρούσε εκφυλισμένους και νόθους απόγονους των αρχαίων. Και με το Βενιζέλο ακόμα οι σχέσεις τους δεν ήταν ποτέ άνετες, μολονότι οι δύο πολιτικοί είχαν εδραιώσει μία καλή σχέση συνεργασίας και δεσμούς αμοιβαίων εξυπηρετήσεων … αντιμετώπιζε την Ελλάδα με καχυποψία, συγχρόνως όμως είχε αρχίσει να χάνει το ενδιαφέρον του για θέματα περιφερειακά (όπως ήταν οι Ελληνικές υποθέσεις)».

«Οι Ιταλοί είναι εχθρικοί απέναντι των Ελλήνων και δεν το κρύβουν. Τα συμφέροντά τους βρίσκονται σε τροχιά σύγκρουσης με τις Ελληνικές διεκδικήσεις στη Βόρειο Ήπειρο, στα Δωδεκάνησα και στη Μικρά Ασία».

Οι Ελληνικές διεκδικήσεις ύστερα από πρόταση του Λόϋντ Τζωρτζ υποβλήθηκαν σε επιτροπή εμπειρογνωμόνων που ανέλαβε να εισηγηθεί προτάσεις για ένα δίκαιο διακανονισμό. Η επιτροπή τελείωσε σύντομα το έργο της, χωρίς όμως ομοφωνία. Η Γαλλία και η Βρετανία συμφωνούσαν ότι έπρεπε να εκχωρηθεί στην Ελλάδα μία εκτεταμένη ζώνη στη Μικρά Ασία, μικρότερη όμως από αυτή που διεκδικούσε ο Βενιζέλος. Οι Αμερικανοί διαφωνούσαν και οι Ιταλοί αρνήθηκαν να συζητήσουν το θέμα. Μέχρι και την άνοιξη του 1919, η κατάσταση παρέμενε ρευστή και καμιά απόφαση δεν ήταν δυνατόν να ληφθεί πριν το Ανώτατο Συμβούλιο ασχοληθεί με τη Τουρκική συνθήκη.

Στα μέσα Απριλίου δύο εμπειρογνώμονες του Βρετανικού υπουργείου εξωτερικών, οι Χάρολντ Νίκολσον και Άρνολντ Τόυνμπη[9], κατέληξαν στο ακόλουθο συμπέρασμα: 1) Κανένας εντολοδόχος δεν θα μπορούσε να κρατηθεί στη Κωνσταντινούπολη αν δεν είχε υπό τον έλεγχό του μία εκτεταμένη ζώνη. Ενώ από την άλλη πλευρά μια τέτοια εκτεταμένη ζώνη θα περιελάμβανε και Ελληνικούς πληθυσμούς. 2) Επειδή η Βρετανία αποστρατεύθηκε, δεν θα είχε τη δυνατότητα να εγκαταστήσει και να διατηρήσει τους Έλληνες στη Μικρά Ασία και από την άλλη πλευρά οι Έλληνες δεν θα μπορούσαν να κρατηθούν μόνοι τους στη Μικρά Ασία χωρίς συμμαχική υποστήριξη. Κατόπιν των ανωτέρω πρότειναν η μεν Μικρά Ασία να κρατηθεί από τους Τούρκους, οι δε Έλληνες να πάρουν την Ευρωπαϊκή Τουρκία. Μια τέτοια λύση κατέληγαν, θα είχε το πλεονέκτημα ότι θα ήταν τελειωτική. Όλες οι άλλες λύσεις θα προκαλέσουν προβλήματα στο μέλλον. Μολονότι οι προτάσεις θεωρήθηκαν λογικές και άρχισε να φαίνεται φως στο Μικρασιατικό πρόβλημα, η αντίδραση των Αμερικανών στις Ελληνικές διεκδικήσεις για τη Θράκη και η ασυμβίβαστη στάση των Ιταλών σε κάθε θέση που ευνοούσε τα Ελληνικά συμφέροντα, απομάκρυναν τη πιθανότητα συμφωνίας.

 

Η απόφαση για την αποστολή Ελληνικού Στρατού στη Σμύρνη

Η απόφαση για την αποστολή του Ελληνικού Στρατού στη Σμύρνη, λήφθηκε εντελώς ξαφνικά από τους τρεις Μεγάλους (Γουίλσον, Λόϋντ Τζωρτζ, Κλεμανσώ) στις 23 Απριλίου 1919. Οι Ιταλοί αντιπρόσωποι είχαν αποχωρήσει από το Παρίσι και το Συμβούλιο συνεδρίαζε χωρίς αυτούς. Ο πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας Λόυντ Τζωρτζ ήταν αυτός που στις 22 Απριλίου 1919 (π.ημ), απόντων των Ιταλών, πίεσε το πρόεδρο Γουίλσον και το Κλεμανσώ για την αποστολή Ελληνικού Στρατού στη Σμύρνη, επειδή διακατεχόταν από την έμμονη ιδέα ότι: «αν οι Ιταλοί αφήνονταν ανενόχλητοι, οι σύμμαχοι θα βρίσκονταν προ τετελεσμένων γεγονότων. Οι Ιταλοί θα εμφανιστούν στη Μικρά Ασία. Ο μόνος τρόπος να τους σταματήσουμε είναι να ρυθμίσουμε αμέσως το θέμα της κατοχής της Μικράς Ασίας. … Θα πρέπει να αφήσουμε τους Έλληνες να καταλάβουν τη Σμύρνη. Αρχίζουν σφαγές εκεί και δεν υπάρχει κανένας να προστατεύσει τον Ελληνικό πληθυσμό. … Το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να καταλήξουμε σε αποφάσεις μόνοι μας προτού επιστρέψουν οι Ιταλοί. Διαφορετικά είμαι πεπεισμένος ότι θα μας τη φέρουν.»

Το ζήτημα προωθήθηκε ακόμη περισσότερο στη συνάντηση των τριών μεγάλων στις 23 Απριλίου, όταν ο Λόϋντ Τζωρτζ έκανε την ακόλουθη παρέμβαση:

 

Το μεσημέρι της 23ης Απριλίου ο Βενιζέλος συναντήθηκε με τον Λόϋντ Τζωρτζ, ο οποίος τον ρώτησε:

Γράφει σχετικά ο Llewellyn Smith στο βιβλίο του «Το Όραμα της Ιωνίας»:

«Η απόφαση να στείλουν τους Έλληνες στη Μικρά Ασία λήφθηκε ξαφνικά, πρόχειρα, και με μεγάλη μυστικότητα από τους Τρεις Μεγάλους, με την ενθάρρυνση του Βενιζέλου αλλά με δική τους πρωτοβουλία, χωρίς να αναλογιστούν τις συνέπειες. Ο Λόϋντ Τζωρτζ, βασιζόμενος στα στοιχεία που του έδωσε ο Βενιζέλος, προκάλεσε την απόφαση και ο πρόεδρος Ουίλσων παρακάμπτοντας τις απόψεις των Αμερικανών εμπειρογνωμόνων έδωσε τη συγκατάθεσή του στο σχέδιο με σκοπό να εξουδετερώσει την Ιταλία. Ο Κλεμανσώ έπαιξε δευτερεύοντα ρόλο».

 

Το προσωρινό της εντολής

Κατά τη συνεδρίαση του Ανωτάτου Συμβουλίου στις 29 Απριλίου (παρόντος και του πρωθυπουργού της Ιταλίας Ορλάντο), ο πρωθυπουργός της Γαλλίας Κλεμανσώ ως πρόεδρος του Συμβουλίου επανέφερε το ζήτημα της Ελληνικής υπόθεσης, για την οποία είπε, ότι θα έπρεπε να δοθούν ορισμένες εξηγήσεις. Ανέφερε ότι κατά την απουσία των Ιταλών, οι Έλληνες είχαν ζητήσει να εγκριθεί η απόβασή τους στη Σμύρνη για τη προστασία των ομογενών τους, πράγμα που έγινε δεκτό. Προσέθεσε όμως, ότι επρόκειτο περί μέτρου που δεν προδίκαζε και τη μελλοντική τύχη της Σμύρνης. Τα ίδια περίπου επανέλαβε και ο Λόϋντ Τζωρτζ, ενώ ο Κλεμανσώ για δεύτερη φορά επανέλαβε ότι την απόφαση για απόβαση του Ελληνικού Στρατού στη Μικρά Ασία τη προκάλεσε Ελληνική αίτηση. Ο πρόεδρος Wilson παρεμβαίνοντας, παρατήρησε ότι η αρχική αίτηση δεν προήλθε από τους Έλληνες, αλλά το Συμβούλιο τους υπέδειξε ότι θα έπρεπε να αποβιβάσουν στρατό για να προλάβουν τις σφαγές. Και ο Clemenceau συμφώνησε επ’ αυτού. Αλλά υποκινητής και πρόθυμος συνένοχος στην απόφαση που λήφθηκε ήταν ο Βενιζέλος. Και όπως είπε ο Ουίνστον Τσώρτσιλ: «δικαιολογημένα ο Βενιζέλος θα μπορούσε να επικαλείται το γεγονός ότι πήγαινε στη Σμύρνη ως εντολοδόχος. Αλλά πήγαινε με τόση προθυμία όση πήγαινε η πάπια για το κολύμπι».

Ανεξάρτητα όμως των λόγων και των συνθηκών κάτω από τις οποίες λήφθηκε η αναφερομένη απόφαση, αυτή έγινε ασμένως δεκτή από το Βενιζέλο, ο οποίος ερμηνεύοντας τις ελπίδες και τις προσδοκίες του έθνους, την είδε ως τον από μηχανής Θεό που θα οδηγούσε στη πραγμάτωση των προαιώνιων πόθων της φυλής. Και αυτό είναι απόλυτα φανερό από το διάγγελμα του μεγάλου πολιτικού προς το λαό της Σμύρνης:

«Το πλήρωμα του χρόνου ήλθεν. Η Ελλάς εκλήθη υπό του Συνεδρίου της Ειρήνης να καταλάβη την Σμύρνην, ίνα εξασφαλίση την τάξιν. Οι ομογενείς εννοούσιν ότι η απόφασις αύτη ελήφθη διότι εν τη συνειδήσει των διευθυνόντων το Συνέδριον είναι αποφασισμένη η ένωσις της Σμύρνης μετά της Ελλάδος. … Ελευθέριος Βενιζέλος»

Σύμφωνα δε με την απόφαση του Ανωτάτου Συμβουλίου που λήφθηκε στις 1 Μαίου 1919 (π.ημ), η εντολή της Ελλάδας στη Μ. Ασία, περιελάμβανε μέρος του Βιλαετίου Σμύρνης (Αϊδινίου), από τη κάτω κοιλάδα του ποταμού Μαιάνδρου μέχρι και το Αϊβαλί (Κυδωνίες).

Είναι όμως και απόλυτα σαφές ότι οι σύμμαχοι και ειδικά οι Άγγλοι, ουδεμία δέσμευση ανέλαβαν έναντι της Ελλάδας αναφορικά με την εντολή που της έδωσαν, αλλά ούτε και ο Βενιζέλος έθεσε όρους ή ζήτησε εξασφαλίσεις. Και πως θα μπορούσε άλλωστε να ζητήσει, όταν αυτός ήταν που πίεζε, διεκδικούσε και κινούσε τα νήματα στο προσκήνιο και το παρασκήνιο! Από την άλλη πλευρά οι σύμμαχοι, δεν αμελούν να υπενθυμίζουν στο Βενιζέλο το προσωρινό χαρακτήρα της κατοχής και ότι δεν είναι διατεθειμένοι να αναλάβουν πόλεμο κατά της Τουρκίας για να επιβάλουν τους όρους της ειρήνης. Είναι ιδιαίτερα διαφωτιστική η επιστολή που απέστειλε στις 5 Νοεμβρίου 1919 στο Βενιζέλο ο πρωθυπουργός της Γαλλίας Κλεμανσώ, ως πρόεδρος του Ανώτατου Συμμαχικού Συμβουλίου:

«Έχω τη τιμή να σας πληροφορήσω ότι το Συμβούλιον έκρινεν ότι αι εντυπώσεις ας εκφράζετε εν σχέσει προς την κατοχήν της Σμύρνης, κατ’ ουδέν τροποποιούσι την παρά του Ανωτάτου Συμβουλίου γενομένην δήλωσιν επί του προσωρινού χαρακτήρος της Ελληνικής στρατιωτικής κατοχής. Ειδοποιήθητε κατηγορηματικώς κατά την στιγμήν καθ’ ην ελήφθη η απόφασις παρά του Συμβουλίου των Τεσσάρων. Εις μόνην την διάσκεψιν της Ειρήνης απόκειται να αποφασίση, όταν θα μελετηθή παρ’ αυτής το σύνολον του Ανατολικού ζητήματος, οποία θα είναι η τύχη των διαφόρων χωρών της παλαιάς Οθωμανικής Αυτοκρατορίας».

Στη παραπάνω επιστολή έσπευσε να απαντήσει ο Βενιζέλος και να βάλει τα πράγματα στη πραγματική τους θέση:

«…οποιοιδήποτε και αν υπήρξαν οι λόγοι δια τους οποίους απεφασίσθη η αποστολή Ελληνικού Στρατού εις Σμύρνην, το Ανώτατον Συμβούλιον δεν ήτο δυνατόν να πλανηθεί ως προς την έννοιαν ήτις ευλόγως θα απεδίδετο υπό της ελληνικής Κυβερνήσεως και του ελληνικού λαού εις την τοιαύτην απόφασιν. Καταλαμβάνουσα η Ελλάς την Σμύρνην εγνώριζεν ότι είχε τουλάχιστον ηθικόν τίτλον να το κάμη. Δεν έστειλε τα στρατεύματά της εις χώραν ξένην … (αλλά) … εις μίαν κατ’ εξοχήν Ελληνικήν χώραν. … Το αίσθημα αυτό συμμερίζομαι απολύτως. Διότι είμαι βέβαιος ότι τα επί της Σμύρνης δικαιώματα της χώρας μου είναι εντελώς σύμφωνα με τας επιθυμίας και τα συμφέροντα του πληθυσμού».

Επιβάλλεται να αναφερθεί, ότι όλες οι εντολές που δόθηκαν από το Ανώτατο Συμμαχικό Συμβούλιο σε πρώην εδάφη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, τελούσαν υπό την αίρεση της προσωρινότητας μέχρι την υπογραφή της συνθήκης ειρήνης. Υφίσταται όμως μια κρίσιμη διαφορά μεταξύ της εντολής που δόθηκε στην Ελλάδα και των λοιπών εντολών. Οι σύμμαχοι μέσω των εντολών που οι ίδιοι παραχώρησαν στους εαυτούς τους επεδίωξαν να εξυπηρετήσουν ζωτικά συμφέροντα τους στα ερείπια της πρώην αυτοκρατορίας και αν αποτύγχαναν ή οικιοθελώς παραιτούνταν της εντολής τους, θα έχαναν ενδεχομένως πόρους και επιρροή (ή και θα αποκτούσαν). Αντιθέτως η Ελλάδα, δια της εντολής που έλαβε, προσδοκούσε να επιτύχει την ενσωμάτωση στον εθνικό κορμό συμπαγών Ελληνικών πληθυσμών που κατοικούσαν από τριών χιλιάδων ετών στη Μικρά Ασία και οι οποίοι απειλούνταν με εξόντωση από τις πολιτικές εθνοκάθαρσης που εφάρμοζε η Οθωμανική αυτοκρατορία από το 1913. Η μη επιδίκαση στην Ελλάδα δια της συνθήκης ειρήνης της Ιωνίας, ή -και το σημαντικότερο- η αποτυχία της Ελλάδας να εκτελέσει με επιτυχία την εντολή που της ανατέθηκε, έθετε σε κίνδυνο την ίδια την ύπαρξη του Μικρασιατικού Ελληνισμού.

 

Επίλογος

Ανεξάρτητα όμως των συνθηκών κάτω από τις οποίες λήφθηκε η απόφαση για την αποστολή του Ελληνικού Στρατού στην Ιωνία και της προσωρινότητας που αυτή είχε μέχρι την υπογραφή της συνθήκης ειρήνης, αποτέλεσε το πρώτο βήμα για την επίτευξη των εθνικών διεκδικήσεων. Και έτσι την εξέλαβε το Ελληνικό έθνος. Η Ελλάδα αναλάμβανε να φέρει σε πέρας με τις δικές της κυρίως δυνάμεις, ένα τιτάνιο εθνικό έργο, του οποίου η επιτυχής κατάληξη θα αποτελούσε την ολοκλήρωση του οράματος της Μεγάλης Ιδέας. Στα κείμενα που θα ακολουθήσουν θα φανεί αν η Ελλάδα αντιλήφθηκε το μέγεθος της ευθύνης, αν έπραξε τα αναγκαία και αν διέθετε τις αναγκαίες και ικανές ηθικές πνευματικές πληθυσμιακές υλικές και στρατιωτικές δυνατότητες για την ευτυχή κατάληξη του μεγάλου αυτού ζητήματος.

 

Αρματιστής

 

 

 

 

Σημειώσεις

 

[1] Αντάντ ή «Τριπλή Συνεννόηση» [Entente Cordiale]: Απαιτήθηκε σημαντικός χρόνος για να υλοποιηθεί. Προηγήθηκε η συμφωνία συμμαχίας Γαλλίας και Ρωσίας στις 18 Αυγούστου 1892 σε αντιστάθμισμα της Τριπλής Συμμαχίας των Κεντρικών Δυνάμεων (Γερμανία-Αυστροουγγαρία-Ιταλία) που είχε υπογραφεί στις 20 Μαρτίου 1892. Ακολούθησε η συμφωνία του Λονδίνου με την εγκάρδια συνενόηση της Μεγάλης Βρετανίας και Γαλλίας στις 8 Απριλίου 1904 (ν.ημ). Η Αγγλογαλλική συνεργασία ενισχύθηκε και επεκτάθηκε δια της συνθήκης Αγγλορωσικής φιλίας της 31ης Αυγούστου του 1907, μετασχηματιζόμενη στην λεγόμενη «Τριπλή Αντάντ». Μετά την έκρηξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου η συμμαχία επεκτάθηκε με την εισδοχή της Σερβίας και του Βελγίου. Αργότερα συνασπίστηκαν μαζί τους η Ιαπωνία (1914), η Ιταλία (1915), η Ρουμανία (1916), η Ελλάδα (1917) και οι ΗΠΑ (1917).

[2] Τα δεκατέσσερα σημεία του προέδρου των ΗΠΑ Γούντροου Γουίλσον: 1) Ανοικτές συνθήκες και αποκήρυξη της μυστικής διπλωματίας. 2) Ελευθερία της ναυσιπλοΐας. 3) Ελευθερία για το εμπόριο. 4) Περιορισμός των εξοπλισμών. 5) Τα ζητήματα των αποικιών να ρυθμιστούν με βάση τα συμφέροντα των λαών. 6) Εκκένωση της Ρωσικής επικράτεια και σεβασμός προς τη χώρα αυτή. 7) Πλήρης αποκατάσταση του Βελγίου. 8) Ολοκληρωτική απόσυρση της Γερμανίας από τη Γαλλία και ανάκτηση από τη Γαλλία της Αλσατίας και της Λωρραίνης. 9) Διευθέτηση των συνόρων της Ιταλίας με βάση την αρχή των εθνοτήτων. 10) Αυτόνομη κρατική υπόσταση για τους λαούς της Αυστροουγγαρίας. 11) Αποκατάσταση της Ρουμανίας, της Σερβίας και του Μαυροβουνίου, με ελεύθερη πρόσβαση στη θάλασσα για τη Σερβία και διεθνείς εγγυήσεις για την ανεξαρτησία και την ακεραιότητα των βαλκανικών κρατών. 12) Προοπτική αυτονομίας για τους μη τουρκικούς λαούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ανεμπόδιστη διέλευση από τα Στενά, αλλά βέβαιη κυριαρχία των Τούρκων στις δικές τους περιοχές. 13) Ανεξαρτησία για την Πολωνία και πρόσβαση στη θάλασσα με διεθνείς εγγυήσεις. 14) Δημιουργία ενός «γενικού συνδέσμου εθνών», ο οποίος να «εγγυάται την ανεξαρτησία και την ακεραιότητα όλων των κρατών, μεγάλων και μικρών».

[3] Χάρολντ Νίκολσον (1886-1968): Άγγλος διπλωμάτης, συγγραφέας, χρονικογράφος και πολιτικός. Ήταν μέλος της αντιπροσωπείας της μεγάλης Βρετανίας στη διάσκεψη ειρήνης των Παρισίων.

[4] Συμβούλιο των Δέκα: Οι αρχηγοί των κυβερνήσεων και οι υπουργοί των Εξωτερικών της Γαλλίας, της M. Βρετανίας, των ΗΠΑ, της Ιταλίας και της Ιαπωνίας, αποφάσισαν στις 12 Ιανουαρίου 1919 τη σύσταση ενός Ανώτατου Συμβουλίου, ή Συμβούλιο των Δέκα, που θα αποτελούνταν από τους παραπάνω και το οποίο θα χειριζόταν όλες τις σημαντικές υποθέσεις της συνδιάσκεψης. Ωστόσο τον Μάρτιο το συμβούλιο αυτό έγινε Συμβούλιο των Τεσσάρων, δίχως τη συμμετοχή των υπουργών Εξωτερικών και δίχως τη συμμετοχή της Ιαπωνίας, η οποία επέλεξε να απόσχει.

[5] Συμφωνία του Λονδίνου (26 Απριλίου 1915): Ήταν Σύμβαση Συμμαχίας μεταξύ των Κρατών της Τριπλής Συνεννόησης και της Ιταλίας, προκειμένου η τελευταία να εγκαταλείψει την ουδετερότητά της και να λάβει μέρος στο πόλεμο. Δια αυτής παραχωρούνταν στην Ιταλία μεταξύ άλλων, η Βόρειος Ήπειρος, τα Δωδεκάνησα και ολόκληρος η περιοχή της Αττάλειας της Μικράς Ασία. Η συνθήκη ήταν μυστική και δημοσιοποιήθηκε για πρώτη φορά από τους Σοβιετικούς στα τέλη του 1917.

[6] Συμφωνία Sykes-Picot (9 Μαΐου 1916): Ήταν μυστική και είχε συνταχθεί και υπογραφεί από το σερ Μαρκ Σάικς εκ μέρους της Μεγάλης Βρετανίας και το Ζωρζ Πικό εκ μέρους της Γαλλίας. Κρατήθηκε μυστική και από τους Ιταλούς. Αφορούσε το διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μετά τη λήξη του πολέμου. Με βάση τη συμφωνία: Η Ρωσία θα καταλάμβανε τις Αρμενικές επαρχίες της Τραπεζούντας, του Ερζερούμ, του Βαν και του Μπιτλίς και τμήμα του νότιου Κουρδιστάν. Η Γαλλία θα αποκτούσε τον έλεγχο του Λιβάνου και της παράκτιας ζώνης της Συρίας, το βιλαέτι των Αδάνων και το τμήμα της Τουρκίας μεταξύ της Συρίας της Μεσοποταμίας και της Ρωσικής ζώνης. Η Μεγάλη Βρετανία θα καταλάμβανε τη Μεσοποταμία και τη Βαγδάτη.

[7] Συμφωνία Αγίου Ιωάννου της Μωριέννης, Απρίλιος 1917: Η νέα συνθήκη συζητήθηκε τον Απρίλιο του 1917, μεταξύ των Σονίνο, Ριμπό και Λόυντ Τζωρτζ στον Άγιο Ιωάννη της Μωριέννης, πόλης της Γαλλίας. Υπογράφτηκε στο Λονδίνο τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς. Με βάση τη συνθήκη: Η Ρωσία θα καταλάμβανε τη Κωνσταντινούπολη, το Καύκασο, την Αρμενία και μέρος των ακτών της Ανατολίας επί της Μαύρης Θάλασσας. Η Γαλλία θα καταλάμβανε τη Συρία και τη Κιλικία. Η Βρετανία τη Μεσοποταμία και το προτεκτοράτο της Αραβίας. Η Ιταλία θα καταλάμβανε τη νοτιοδυτική Ανατολία, ολόκληρο το Βιλαέτι Αϊδινίου (μαζί με τη Σμύρνη), ολόκληρο το Βιλαέτι Ικονίου μαζί με την Αττάλεια και ένα μικρό μέρος από το Βιλαέτι των Αδάνων.

[8] Llewellyn Smith (Μάϊκλ Λιουέλλυν Σμίθ): Άγγλος διπλωμάτης. Έζησε μεγάλο μέρος της ζωής του στην Ελλάδα, όπου υπηρέτησε και ως πρεσβευτής τη περίοδο 1996-1999. Συγγραφέας του βιβλίου «Το Όραμα της Ιωνίας».

[9] Άρνολντ Τόυνμπη, 1889-1975: Άγγλος ιστορικός και φιλόσοφος της ιστορίας. Θεωρείται μια από τις σημαντικότερες πνευματικές φυσιογνωμίες του 20ου αιώνα. Είναι γνωστός από το 12άτομο έργο του «Σπουδή της Ιστορίας». Το 1915 άρχισε να εργάζεται για λογαριασμό της Υπηρεσίας Πληροφοριών του Βρετανικού Υπουργείου Εξωτερικών. Έλαβε μέρος ως αντιπρόσωπος στη Διάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων. Στη συνέχεια διορίστηκε καθηγητής Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου

------------------------------------------------

 

(Σημείωση: Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε αρχικά στη διεύθυνση Μικρασιατική Εκστρατεία: Η πορεία της Ελλάδας προς τη γη της Ιωνίας όπου και μπορούν να γίνουν σχετικά σχόλια.)