Το Επίπεδο της Υψηλής Στρατηγικής – Από τη Λήξη του Α’ ΠΠ μέχρι το Δεκέμβριο του 1920

mail Home Page

Μικρασιατική Εκστρατεία 1919-1922



Η σημασία του συνολικού πολιτικού πλαισίου της εκστρατείας

 

Ο χάρτης της Συμφωνίας Σάικς-Πικώ, υπογεγραμμένος από τους δύο διπλωμάτες. Η γαλλοβρετανική συμφωνία του 1916 αποτέλεσε τη βάση
των σχεδιασμών των δύο δυνάμεων για την Ανατολική Μεσόγειο κατά την μεταπολεμική περίοδο.

 

Αν κανείς ήθελε να αναλύσει μια μάχη του Ελληνοϊταλικού πολέμου ή των Βαλκανικών Πολέμων – ή και ολόκληρες τις εκστρατείες – δε θα χρειαζόταν καμία ιδιαίτερη αναφορά στο πολιτικό υπόβαθρο των αντιστοίχων συγκρούσεων, ούτε στις πολιτικές εξελίξεις που σημειώνονταν παράλληλα. Γιατί οι πολεμικές αυτές συγκρούσεις αποτέλεσαν περιπτώσεις “αμιγούς” πολέμου. Οι πολιτικές αντιθέσεις οδηγούσαν σε πολεμικές συγκρούσεις με σαφή αρχή (“κήρυξη” του πολέμου), παύση των πολιτικών ζυμώσεων εν αναμονή του αποτελέσματος της πολεμικής αναμέτρησης και, τελικά, συνέχιση της πολιτικής διαδικασίας επί τη βάσει του πολεμικού αποτελέσματος της σύγκρουσης.

 

Η Μικρασιατική Εκστρατεία ανήκει σε μία διαφορετική κατηγορία πολεμικών συγκρούσεων, λιγότερο οριοθετημένων πολιτικά. Στις συγκρούσεις αυτές το πολιτικό παίγνιο δεν αναστέλλεται κατά τη διάρκεια των πολεμικών συγκρούσεων αλλά εξελίσσεται παράλληλα με αυτό, επηρεάζεται από αυτό και το επηρεάζει κατά τρόπο ουσιώδη. Διαμορφώνεται έτσι μια κατάσταση στην οποία η εξέλιξη των στρατιωτικών γεγονότων δε μπορεί να απομονωθεί από τα σύγχρονα πολιτικά γεγονότα, γιατί έτσι χάνει τη συνοχή της και το νόημα της – όπως και το αντίστροφο[i]. Η Μικρασιατική Εκστρατεία υπήρξε κατ΄ εξοχήν σύγκρουση τέτοιας κατηγορίας – τόσο που αυτή η αλληλεπίδραση πολιτικών και στρατιωτικών εξελίξεων υπήρξε, σχεδόν, η ουσία της.

Για το λόγο αυτόν, θα δοθεί εισαγωγικά μια σύνοψη των πολιτικών και στρατιωτικών εξελίξεων της Μικρασιατικής Εκστρατείας, αρχικά μέχρι το τέλος του 1920, δηλαδή μέχρι την παραμονή της Εξόρμησης προς την Ανατολή. Η παρουσίαση του επιπέδου της “υψηλής στρατηγικής” δεν έχει απλώς ως σκοπό να παρουσιάσει μια γενική σύνοψη των πολιτικών γεγονότων της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Τέτοιες συνόψεις υπάρχουν πολλές και σημαντικές. Ο σκοπός της είναι να επισημάνει το ρόλο των πολιτικών εξελίξεων στην εξέλιξη της εκστρατείας, και πως συγκεκριμένες πολιτικές εξελίξεις, λιγότερο στο εσωτερικό και περισσότερο στο διεθνές πεδίο, επηρέασαν και επηρεάστηκαν καταλυτικά από τη στρατιωτική πορεία της Εκστρατείας. Μία τέτοια οπτική σκοπιά είναι κρίσιμη γιατί η Μικρασιατική Εκστρατεία, σε αντίθεση με άλλους πολέμους της ελληνικής στρατιωτικής ιστορίας από τους οποίους έχουμε παραστάσεις, δεν υπήρξε ένας “αμιγής” πόλεμος. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπήρξε μια συγκεκριμένη στιγμή κατά την οποία ξεκίνησαν οι πολεμικές επιχειρήσεις και τερματίστηκαν οι πολιτικές διαδικασίες μέχρι τη λήξη των εχθροπραξιών. Αντίθετα, οι πολιτικές ζυμώσεις και οι πολιτικές εξελίξεις όχι απλώς εξελίσσονταν παράλληλα με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, αλλά και τις επηρέαζαν και επηρεάζονταν σε σημαντικό βαθμό από αυτές. Έτσι, υπάρχουν πτυχές των στρατιωτικών πραγμάτων, σε όλα τα επίπεδα, ακόμη και το επιχειρησιακό, που δεν εξηγούνται αμιγώς από την εξέλιξη των επιχειρήσεων αλλά απαιτούν ευρύτερη οπτική γωνία.

 

Η αρχή του προβλήματος – η λήξη του Α’ΠΠ

Ο καλύτερος τρόπος για να γίνει κατανοητό το συνολικό γεωστρατηγικό πλαίσιο της ελληνο-τουρκικής σύγκρουσης του 1920-22 είναι αυτή να αντιμετωπιστεί ως μία τοπική συνέχιση και απόληξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η Μικρασιατική Εκστρατεία υπήρξε αδιάσπαστο μέρος του Α’ ΠΠ στο θέατρο επιχειρήσεων της Ανατολικής Μεσογείου. Από μία άποψη, η ελληνική αντίληψη για τη σύγκρουση, στην οποία υπάρχει σαφής διαχωρισμός μεταξύ της λήξης του Α’ ΠΠ και της Μικρασιατικής Εκστρατείας – επειδή στις δύο συγκρούσεις αντιμετωπίσαμε διαφορετικούς στρατιωτικούς αντιπάλους σε διαφορετικές γεωγραφικές θέσεις – είναι σχεδόν παραπειστική. Τόσο για τους βασικούς “εξωτερικούς” εμπλεκομένους, δηλαδή τη Βρετανία, τη Γαλλία, την Ιταλία, τις ΗΠΑ και τη Σοβιετική Ένωση, όσο και για τους υπολοίπους “τοπικούς” εμπλεκομένους, δηλαδή τους Τούρκους, τους Αρμενίους, τους Άραβες και τους άλλους λαούς της Μικρασίας, η ελληνική μικρασιατική εκστρατεία αποτέλεσε οργανικό μέρος των εξελίξεων που είχαν ξεκινήσει το 1914 με την έναρξη του Α΄ΠΠ και την είσοδο σε αυτόν της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Το βασικότερο στοιχείο για να κατανοηθεί η κατάσταση και η εξέλιξή της εκστρατείας είναι ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία, με τη λήξη των εχθροπραξιών που υπεγράφη με την Ανακωχή του Μούδρου και παρά το γεγονός ότι υπήρξε ένα από τα τρία μέρη της συμμαχίας των “Κεντρικών Δυνάμεων”, δεν αποδιοργανώθηκε πλήρως από στρατιωτικής απόψεως και, κυρίως, δεν κατέρρευσε εσωτερικά και δεν υπέστη εσωτερική κοινωνική ρήξη – σε αντίθεση με τις άλλες δύο “Κεντρικές” δυνάμεις. Σε αντίθεση με τις έντονες παραστάσεις που έχουμε από τον Β’ ΠΠ, η λήξη του Α΄ΠΠ δεν έγινε λόγω της στρατιωτικής συντριβής της μίας από τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές. Αντίθετα, κατά τον Α΄ΠΠ αυτό που συνέβη είναι ότι η Γερμανία κάμφθηκε στρατιωτικά κατά την αντιπαράθεση στο Δυτικό Μέτωπο –ιδίως λόγω της εισόδου των ΗΠΑ στον πόλεμο κατά το 1917 – όπως κάμφθηκε και βιομηχανικά, ιδίως λόγω του μακρού συμμαχικού ναυτικού αποκλεισμού. Η διπλή αυτή κάμψη οδήγησε τη Γερμανία στην υπογραφή ανακωχής το φθινόπωρο του 1918, με βάση την αποδοχή των “Δεκατεσσάρων Σημείων” του Προέδρου Ουίλσον. Αμέσως μετά την υπογραφή της ανακωχής, στη Γερμανία εκδηλώθηκε μια κοινωνική έκρηξη που διέλυσε πλήρως τις ένοπλες δυνάμεις της, οδήγησε τη χώρα σε στρατιωτική κατάρρευση και επέτρεψε τον πλήρη έλεγχο της από τις χώρες της Συνεννοήσεως. Κάτι αντίστοιχο συνέβη με την Αυστροουγγαρία.

Η περίπτωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας υπήρξε, όμως, ριζικά διαφορετική. Με τη ανακωχή του Μούδρου, σχεδόν, αλλά όχι ταυτόχρονα με τη γερμανική ανακωχή, (και από επιχειρησιακής και στρατηγικής απόψεως τελείως ανεξάρτητα από αυτήν), η Οθωμανική Αυτοκρατορία έχει χάσει μεγάλο μέρος της εκτάσεώς της, με βασική απώλεια αυτήν των αραβικών της εκτάσεων. Ταυτόχρονα, οι τετραετείς πολεμικές επιχειρήσεις έχουν επιφέρει βαρύτατη φθορά στη στρατιωτική της ισχύ – αλλά όχι και κατάρρευσή της. Η αυτοκρατορία είχε οδηγηθεί σε κάμψη το φθινόπωρο του 1918, γιατί οι δυνάμεις της στην περιοχή της Παλαιστίνης και της Συρίας είχαν συντριβεί, με άμεση την απειλή της διείσδυσης μεγάλων συμμαχικών δυνάμεων στο εσωτερικό της Μικρασιατικής Χερσονήσου – την παραδοσιακή ενδοχώρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η απειλή αυτή, στην οποία δεν έχει πλέον ικανό στρατιωτικό δυναμικό να αντιτάξει, σε συνδυασμό με την οικονομική κατάρρευση του κράτους και την έκλειψη της γερμανικής οικονομικής και στρατιωτικής βοήθειας, ασφαλώς και με την πίεση των απωλειών, οδήγησε στην ανακωχή του Μούδρου.

Σε αντίθεση, όμως, με τη Γερμανία και την Αυστροουγγαρία, η Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν επλήγη στο τέλος του πολέμου από διαλυτικές εσωτερικές αναταραχές, ή, τουλάχιστον, αυτές ήταν τελείως διαφορετικής φύσης. Ενώ η πολεμική κόπωση είχε εξαντλήσει τους αστικούς κι εργατικούς πληθυσμούς των κεντροευρωπαϊκών κοινωνιών – που μάλιστα είχαν υποστεί την κόπωση του μακροχρόνιου πολέμου των χαρακωμάτων και τη στέρηση λόγω του συμμαχικού αποκλεισμού – οι τουρκικοί πληθυσμοί, αγροτικοί στην πλειονότητά τους, είχαν απορροφήσει αναλογικά μεγαλύτερες απώλειες (αν και χωρίς το μαρτύριο του τετραετούς πολέμου στα χαρακώματα) χωρίς να οδηγηθούν σε εσωτερική διάσπαση. Αυτό που η κόπωση του πολέμου προκάλεσε στην Οθωμανική αυτοκρατορία, ή απλώς επέτεινε, ήταν οι φυγόκεντρες τάσεις των μουσουλμανικών πληθυσμών που δεν ανήκαν στον εθνοτικό πυρήνα, δηλαδή που δεν είχαν τουρκική εθνική συνείδηση, με κυριότερους τους άραβες. Φυσικά, οι χριστιανικοί πληθυσμοί δεν είχαν ανάγκη της … κόπωσης του πολέμου. Οι άγριοι διωγμοί του οθωμανικού κράτους ήταν επαρκές κίνητρο γι΄ αυτούς.

Στο τέλος του 1918 η αυτοκρατορία ήταν εξαντλημένη από τις τετραετείς επιχειρήσεις, ιδιαίτερα μετά τις τελευταίες πολεμικές επιχειρήσεις στα μέτωπα της Μέσης Ανατολής. Η διάσπαση της άμυνάς της στο Θέατρο Επιχειρήσεων Σινά και Παλαιστίνης από τους Βρετανούς μετά τη Μάχη της Μεγιδδώ και η συντριπτική τους ήττα επέτρεψε την ανεμπόδιστη προέλαση των βρετανικών δυνάμεων προς την Συρία και απειλούσε το εσωτερικό της Ανατολίας. Η συνολική εξάντληση, μαζί με την προοπτική της άμεσης εισόδου στον γεωγραφικό πυρήνα της αυτοκρατορίας οδήγησε την οθωμανική ηγεσία στην υπογραφή της ανακωχής του Μούδρου, στις 30 Οκτωβρίου του 1918.

 

Η παράδοση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας : Η Ανακωχή του Μούδρου

Η κοινοποίηση των όρων της Ανακωχής του Μούδρου από τη 

Βρετανική Κυβέρνηση στις κυβερνήσεις της Κοινοπολιτείας.

Η ανακωχή του Μούδρου ήταν η προσωρινή συμφωνία για τη λήξη των εχθροπραξιών μεταξύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Εγκάρδιας Συνεννόησης, με την οριστική συμφωνία να εκκρεμεί με τις μεταπολεμικές διαπραγματεύσεις για τις τελικές διευθετήσεις.

Τα βασικά σημεία της ανακωχής που έχουν σημασία για τις μετέπειτα εξελίξεις ήταν ότι:

Η ουσία της ανακωχής (που εν μέρει συνόψιζε και τις αρχικές αλλά και τις γενικότερες προθέσεις των κυρίων μερών της “Εγκάρδιας Συμμαχίας”) ήταν η διατήρηση του οθωμανικού κράτους, αποδυναμωμένου – αλλά όχι διαλυμένου – περιορισμένου στην Μικρασία, στην οποία θεωρητικά θα μπορούσαν να επέμβουν κατά βούληση οι Σύμμαχοι για να επιβάλουν τη θέλησή τους. Και όλα αυτά, εν όψει της τελικής διευθέτησης της ειρήνης στην Ανατολική Μεσόγειο, η οποία θα είχε ως επίκεντρο την οριστική διαμοίραση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

 

Η Τουρκική Αποστράτευση

Για να δοθεί μία εικόνα της ισχύος που διατήρησε η Οθωμανική Αυτοκρατορία μετά την επιβολή της Ανακωχής του Μούδρου, παρατίθεται η διαδικασία και το αποτέλεσμα της επιβληθείσας αποστράτευσης.

Με την υπογραφή της ανακωχής δεν απαιτήθηκε άμεση αποστράτευση των στρατευμάτων ούτε η παράδοση του οπλισμού. Αυτό θα γινόταν αργότερα, σε συνεργασία με τις Βρετανικές αρχές και αναλόγως των γενικότερων απαιτήσεων εξωτερικής και εσωτερικής ασφαλείας. Έτσι, το Νοέμβριο του 1918 το Οθωμανικό Γενικό Επιτελείο απέστειλε οδηγίες στους σχηματισμούς για το χρονοδιάγραμμα και τις ακριβείς γεωγραφικές διευθετήσεις της παράδοσης στρατηγικής σημασίας σημείων στους Συμμάχους, ενώ στο τέλος Νοεμβρίου το Επιτελείο είχε ολοκληρώσει το σχέδιο αποστράτευσης. Το Δεκέμβριο αποστρατεύθηκαν αρκετοί σχηματισμοί, από το επίπεδο στρατιάς μέχρι μεραρχίας. Οι βρετανοί επέβαλαν το σχέδιο αποστράτευσης του οθωμανικού στρατού με βάση τους υπηρετούντες στρατιώτες, υπαγορεύοντας απλώς το χρονικό σχέδιο βάσει του οποίου θα απολύονταν διαδοχικά οι κλάσεις που βρίσκονταν υπό τα όπλα, ενώ μέρος του επιπλέον υλικού παραδόθηκε σε συμμάχους επιθεωρητές, φυλασσόμενο, όμως, στην οθωμανική επικράτεια. Το σχέδιο για την ειρηνική σύνθεση και την αναδιοργάνωση του οθωμανικού στρατού αποφασίστηκε και συντάχθηκε αποκλειστικά από το οθωμανικό γενικό επιτελείο.

Με την ολοκλήρωση του βρετανικού σχεδίου αποστρατεύσεως, τον Μάρτιο του 1919, παρέμεναν υπό τα όπλα 61.223 άνδρες. Το σχέδιο αναδιοργάνωσης προέβλεπε ειρηνική σύνθεση δυνάμεως 20 μεραρχιών, οργανωμένων σε εννέα σώματα στρατού (έναντι ειρηνικής συνθέσεως 36 μεραρχιών του 1914). Το Γενικό Επιτελείο επέστρεψε στο προπολεμικό σύστημα της ειρηνικής σύνθεσης χαμηλής επάνδρωσης, προβλέποντας 1.540 τυφεκιοφόρους, 36 πολυβόλα και οκτώ πυροβόλα (σε τέσσερις πυροβολαρχίες) για κάθε μεραρχία, δηλαδή το ένα τρίτο της κανονικής (προπολεμικής) δυνάμεως σε πυροβόλα και πολυβόλα. Οι μεραρχίες διατήρησαν την τριαδική τους δομή, ενώ κάποιες μεραρχίες διατήρησαν και ένα τάγμα εφόδου. Εντός κάθε μεραρχίας πεζικού, κάθε σύνταγμα είχε ένα τάγμα με ποσοστό επανδρώσεως 50% και δύο με ποσοστό επανδρώσεως 25%. Επιπρόσθετο πυροβολικό και πολυβόλα προβλέπονταν σε επίπεδο σώματος στρατού. Το σύνολο της παρατακτικής δυνάμεως ανερχόταν σε 41.000 άνδρες και 256 πυροβόλα, ενώ 20.000 ακόμη άνδρες συγκροτούσαν επιτελείο, σχολεία και φρουρές. Όμως, στην κατοχή του στρατού παρέμενε ένα μεγάλο απόθεμα από 791.000 τυφέκια, 2.000 ελαφρά και βαρέα πολυβόλα και 945 πυροβόλα, αν και πολλά από αυτά ήταν παλαιά, ή έχρηζαν σοβαρών επισκευών. Η πολεμική σύνθεση των είκοσι μεραρχιών ανερχόταν σε 250.000 άνδρες, ενώ το διαθέσιμο υλικό επαρκούσε για την ενεργοποίηση δέκα ακόμη μεραρχιών πεζικού. Επιπλέον, το Οθωμανικό Γενικό Επιτελείο (σε αντίθεση, πχ, με το Γερμανικό) συνέχισε κανονικά την ύπαρξη και λειτουργία του, ενώ το σώμα των επιτελών αξιωματικών διατηρήθηκε ακέραιο, συνεχίζονταν την επάνδρωση των επιτελικών θέσεων και των θέσεων διοικήσεως στον οργανισμό του στρατού[ii].

 

Η Μεταπολεμική Εξέλιξη

Οι εξελίξεις και οι διαδοχικές φάσεις της Μικρασιατικής Εκστρατείας γίνονται πιο εύκολα κατανοητές αν αντιμετωπιστούν με επίκεντρο όχι την Ελλάδα αλλά την Τουρκία. Πράγματι, η όλη μεταπολεμική σύγκρουση γινόταν με επίκεντρο την Οθωμανική Αυτοκρατορία, την προσπάθεια της “Εγκάρδιας Συμμαχίας” να επιβάλει τους όρους της και τη σταδιακή και ολοένα αποφασιστικότερη αντίδραση της τουρκικής πλευράς να αποδεχθεί τους όρους αυτούς. Η ελληνική προσπάθεια και η ελληνο-τουρκική σύγκρουση ήταν, ίσως, το σημαντικότερο (και το δραματικότερο) επεισόδιο της προσπάθειας αυτής, αλλά αποτελούσε απλώς ένα μέρος του συνολικότερου λαβυρίνθου της μεταπολεμικής Εγγύς Ανατολής.

Αν θελήσει κανείς να συμπυκνώσει – απλουστευτικά – την ουσία της πολιτικής σύγκρουσης στην Εγγύς Ανατολή από το 1919 μέχρι τις αρχές του 1921 οπότε ξεκινά η διαδοχή των ελληνικών προελάσεων προς τα ανατολικά, καταλήγει στα εξής:

Διαπραγματεύσεις στο Παρίσι για τον καθορισμό των όρων της ειρήνης.
Η Τέταρτη Ολομέλεια της Συνόδου εν ώρα εργασίας.

Ο Ρεφέτ Μπέης (ο βραχύσωμος καθισμένος στο κέντρο), αξιωματικός του Οθωμανικού 

Στρατού κι εν συνεχεία των κεμαλικών δυνάμεων, με κιρκάσιους παραστρατιωτικούς 

ηγέτες. Δεξιά του στη φωτογραφία είναι καθισμένος ο Ετέμ.

 

Η επάνοδος του Κωνσταντίνου, προσώπου ιδιαίτερα αντιπαθούς στις συμμαχικές κυβερνήσεις και – ειδικά στη Γαλλία – και στην κοινή γνώμη, αδρανοποιεί σε κάθε χώρα τις φίλα προσκείμενες δυνάμεις και απελευθερώνει τις εχθρικά διακείμενες. Η Βρετανία καθίσταται ουδέτερη (και το ζήτημα της βοήθειας σε εξοπλισμό ατονεί), η Γαλλία συγκεκαλυμμένα εχθρική, και η Ιταλία απροκάλυπτα εχθρική. Η όποια μείζων στρατιωτική ενέργεια δε θα έχει την έμπρακτη, ούτε καν την πολιτική υποστήριξη των Βρετανών, θα αντιμετωπίζει τη σαφή αλλά συγκεκαλυμμένη εχθρότητα των Γάλλων και την φανατισμένη και απροκάλυπτη εχθρότητα των Ιταλών.

 

 

Βελισάριος

 

 

 

 

 

 

------------------------------------------------

Σημειώσεις

[i] Στην πραγματικότητα το πολιτικό στοιχείο ποτέ δε μπορεί να απομονωθεί απολύτως από το στρατιωτικό κατά τη διάρκεια μιας πολεμικής σύγκρουσης. Έτσι, ακόμη και κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους ή τον Ελληνο-ιταλικό Πόλεμο που αναφέρθηκαν, υπήρχαν πολιτικές εξελίξεις με αλληλεπίδραση με τα πολεμικά γεγονότα. Η ένταση όμως της αλληλεπίδρασης ήταν τόσο ασθενέστερη, ώστε να επιτρέπεται να μιλάμε για δύο διαφορετικά είδη συγκρούσεων. Για τη θεωρητική διερεύνηση των διαφόρων μορφών του πολέμου βλ. Κονδύλης: Η Θεωρία του Πολέμου

[ii] Erickson Ordered to Die, A History of the Ottoman Army in WWI

 

(Σημείωση: Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε αρχικά στη διεύθυνση Μικρασιατική Εκστρατεία: Το Επίπεδο της Υψηλής Στρατηγικής – Από τη Λήξη του Α’ ΠΠ μέχρι το Δεκέμβριο του 1920 όπου και μπορούν να γίνουν σχετικά σχόλια.)